

Δύσκολες ώρες στο κρατητήριο του Αστυνομικού Τμήματος Κολωνού περνά ο γνωστός ηθοποιός Νίκος Σεργιανόπουλος περιμένοντας με αγωνία τη στιγμή που θα βρεθεί ενώπιον του ανακριτή για να απολογηθεί για τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στην κατοχή του.
Φανερά καταβεβλημένος, ψυχολογικό ράκος, δεν μπορεί να πιστέψει ότι από τα λαμπερά φώτα της δημοσιότητας βρέθηκε κρατούμενος για κατοχή και χρήση κοκαΐνης στο σκοτεινό ισόγειο του αστυνομικού τμήματος.
Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, ο 55χρονος Νίκος Σεργιανόπουλος, αμέσως μετά την επιστροφή του στον Κολωνό από τα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων, ήταν έτοιμος να καταρρεύσει.
«Δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Ετρεμε, ήταν κουρασμένος, εξαντλημένος, φοβισμένος, ειλικρινά δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι του συνέβαινε» μας μετέφερε αστυνομικός και συνέχισε: «Ούτε ο ίδιος δεν ήξερε τι ένιωθε. Ισως τρομοκρατήθηκε από τις κάμερες και τους δημοσιογράφους που τον περίμεναν στα δικαστήρια και φοβήθηκε την έκταση που θα έπαιρνε η περιπέτειά του».
Οι αστυνομικοί τον ρώτησαν αν ήθελε να του φέρουν κάτι να πιει και αυτός το μόνο που ζήτησε ήταν να του δώσουν λίγο νερό και διαφημιστικά φυλλάδια από εστιατόρια-delivery για να παραγγείλει φαγητό καθώς είχε δύο μέρες να φάει. Οπως κι έγινε. Στη συνέχεια, αστυνομικός που πήγε το φαγητό στο κρατητήριο τον ρώτησε αν ήθελε κάτι άλλο, αλλά ο γνωστός ηθοποιός τού απάντησε αρνητικά. «Το μόνο που θέλω είναι να ηρεμήσω. Δεν θέλω να δω κανέναν και μην αφήσετε κανέναν να μ’ ενοχλήσει. Οποιος έρθει και ζητήσει να με δει να του πείτε ότι δεν θέλω. Θέλω να μείνω μόνος μου» του είπε χαρακτηριστικά.
Ολη τη νύχτα ήταν ήρεμος, σκεπτικός και κάπνιζε μανιωδώς. Εδειχνε χαμένος. Αλλωστε, όπως μας μετέφεραν οι ίδιες πηγές, μόλις χθες το πρωί άρχισε να συνειδητοποιεί τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται και συχνά, κλεισμένος στον εαυτό του, μονολογούσε ψάχνοντας να δώσει απαντήσεις σε αυτό που του συμβαίνει. Για αρκετές ώρες κάθεται στο πάτωμα του κρατητηρίου, μετά σηκώνεται, κάνει βόλτες, μιλάει μόνος του κι έπειτα ξαπλώνει και δείχνει ήρεμος.
Μάλιστα, όταν κάποιος αστυνομικός τον πλησίασε και τον ρώτησε αν είναι καλά, ο ίδιος του απάντησε: «Δεν θέλω πολλά-πολλά μαζί σας. Ο,τι έχω να πω, θα το πω στον ανακριτή. Οι μπάτσοι με ξεγέλασαν κι εγώ σαν βλάκας τους έδωσα τα ναρκωτικά. Αν δεν έπεφτα στην παγίδα τους, τώρα δεν θα είχε συμβεί τίποτα. Δεν θα ήμουν σε αυτή την κατάσταση».
Επειτα του ζήτησε να τον αφήσει ήσυχο και χάθηκε πάλι μέσα στις σκέψεις του και τα τσιγάρα. Μόνο δύο φορές βγήκε, χθες, από το κελί του και αυτό για να πάει τουαλέτα, συνοδεία αστυνομικών. Επειτα και χωρίς να ζητήσει λίγο παραπάνω χρόνο για να ξεμουδιάσει, επέστρεψε και πάλι τρέχοντας στο κελί, μέσα στο οποίο φαίνεται ότι νιώθει σιγουριά, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των υπόλοιπων κρατουμένων και οποιουδήποτε επισκέπτεται το αστυνομικό τμήμα.
Ολες αυτές τις δύσκολες ώρες κανένας συγγενής, φίλος ή συνάδελφός του δεν τον έχει επισκεφθεί, ούτε ο ίδιος έχει ζητήσει να τηλεφωνήσει σε κάποιον.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι κανείς δεν του έχει πάει ούτε ρούχα για να αλλάξει, αφού ακόμη και χθες φορούσε το στρατιωτικό παντελόνι, το πουλόβερ και το δερμάτινο μπουφάν με το οποίο είχε καλύψει το πρόσωπό του κατά τη μεταφορά του στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων...
Από το βράδυ της Κυριακής, οπότε συνελήφθη να κατέχει την κοκαΐνη, έως και σήμερα, με τους μόνους ανθρώπους που έχει μιλήσει είναι οι δικηγόροι του προκειμένου να ετοιμάσουν την απολογία του.
Πηγή: "Εφημερίδα" espresso
