Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

SANTA... WHO?

Μετά από ένα μήνα -και κάτι- προβολής της κωμικής σειράς "SANTA ΓΙΟΛΑΝΤΑ" ακόμη είμαστε «σαντα-νωμένοι» και δεν ξέρουμε αν αυτό που βλέπουμε μας αρέσει ή όχι.


Από την αρχή είχαμε τις αμφιβολίες μας για το αν η σειρά θα καταφέρει να διαφοροποιηθεί από την προηγούμενη -και, όπως όλα δείχνουν, αξεπέραστη- επιτυχία της συγγραφέως, «aigia fuxia» εξαιτίας της επιλογής της Αρτεμίου να τοποθετήσει τους ήρωές της και πάλι σε χωρίο, έστω και εκατό χρόνια μετά, και δυστυχώς οι αμφιβολίες μας αυτές επιβεβαιώνονται όσο προχωράει η σειρά· η «SANTA Γιολάντα» δεν είναι καθόλου «αίγια» δυστυχώς, μακάρι να ήταν μία καλή απομίμησή της (εδώ που φτάσαμε, το να πεις ότι η «γιολάντα» είναι η νέα «Αίγια» είναι και κολακευτικό...), αλλά αυτή η σειρά πιο πολύ μοιάζει με άσχημο ήχο που βγαίνει από το χαλασμένο γραμμόφωνο του Βατζιελή παρά με την ίδια την «αίγια». Είτε από επιλογή είτε από παραστράτημά της Χριστιάνας στη «Γιολάντα» δε βλέπεις διάθεση για σάτιρα της σύγχρονης κυπριακής κοινωνίας της υπαίθρου αλλά τις “ιστορίες του χωρκού” σε fast forward!

Γιατί ιστορίες του χωρκού; Διότι η σειρά κινείται όπως και η ζωή σε ένα χωριό, δηλαδή με αργούς, νωχελικούς ρυθμούς και αποτυπώνει τη ζωή σε ένα σύγχρονο κυπριακό χωριό εστιάζοντας σε κωμικές καταστάσεις που προκύπτουν από διαμάχες για ασήμαντους λόγους μεταξύ των συγχωριανών (π.χ. η κόντρα Καλλίνικου-Παγώνας για τη βρόμα των κατοικίδιων χοίρων της τελευταίας), στα μικρά μυστικά που μπορεί να κρύβει ο καθένας τους (π.χ. η ψεύτικη εγκυμοσύνη της Αγγέλας), στις αντιζηλίες τους (βλ. το ψέμμα της κομμώτριας για το ότι βρήκε γαμπρό της κόρης της με σκοπό να κάνει την αδελφή της να ζηλέψει) κ.λπ.

Έτσι η σειρά καταλήγει να αποτελεί κωμικά ιντερμίδια που επαναλαμβάνονται σε κάθε επεισόδιο χωρίς να συνδέουν μεταξύ τους καμία πλοκή (γι’ αυτό και η δραματική ιστορία του χαρακτήρα που υποδύεται η Έλια Ιωαννίδου μοιάζει να είναι από άλλο ανέκδοτο του ΑΝΤ1 –όπως το «ό,τι αγάπησα» ας πούμε-), ενώ οι καρτουνίστικοι χαρακτήρες της καταλήγουν καρικατούρα του ίδιου του εαυτού τους με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ρόλο του Μιχάλη Σοφοκλέους που υποδύεται τον «Πάκο», έναν άξεστο χωριάτη που μιλά σε μία δική του διάλεκτο (που δεν τη λες και «κυπριακή») χωρίς να υπάρχει και ιδιαίτερος λόγος, αφού και οι άλλοι ήρωες έχουν κοινή καταγωγή και νοοτροπία (εδώ μπορεί κανείς να κάνει μια σύγκριση αυτού του ρόλου με εκείνον του «Γώρου» και της «Γρυσταλλένης» στο «Την πάτησα»: εκείνοι οι κωμικοί «τύποι» ήταν συμπαθητικοί και αγαπήθηκαν από τους τηλεθεατές γιατί ξεχώριζαν ως «χωριάτες» ανάμεσα στους «πολίτες», ενώ ο «Πάκος» στη «Γιολάντα» καταντά αντιπαθητικός διότι ξεχωρίζει ως ο «πρώτος» ανάμεσα σε ομοίους του...).

Η σειρά όμως δυστυχώς θυμίζει και παλιά κακή κυπριακή τηλεόραση και συγκεκριμένα τις κυπριακές κωμικές σειρές που επιστράτευαν τη φωνασκία για να προκαλέσουν το γέλιο στο θεατή. Σε αυτό το ύφος κινείται η ερμηνεία της Έλενας Ευσταθίου, η οποία παλεύει να ισορροπήσει μεταξύ του χαρακτήρα της κ.Τάκκου και του νέου της ρόλου, που ακόμη τον ψάχνει, ενώ και η Δήμητρα Δημητριάδου, αν και αρχικά ξεχώρισε στο ρόλο της κομμώτριας, παρασυρμένη από τη μονοτονία του ρόλου της που τη θέλει να είναι συνεχώς εκνευρισμένη, βγάζει στην οθόνη πολύ νεύρο που δεν κάνει καλό στα δικά μας τα νεύρα!



Εν ολίγοις η καινούργια κωμική σειρά της Χριστιάνας Αρτεμίου απογοητεύει όχι τόσο για το χιούμορ της -οι έξυπνες ατάκες δεν απουσιάζουν από τις περισσότερες σκηνές και είναι απορίας άξιον γιατί οι ηθοποιοί φωνάζουν ενώ έχουν ατάκα!- αλλά κυρίως για την αρχική σύλληψη του σεναρίου και την αδυναμία εξέλιξης της πλοκής του. Όλα δείχνουν ότι ήρωες και σεναριογράφος είναι παγιδευμένοι μέσα στο σενάριο της τελευταίας· οι ήρωες από τη μία διότι δεν μπορούν να εξελιχθούν, αφού το μόνο που τους χαρακτηρίζει είναι η ξεροκεφαλιά και στενοκεφαλιά των ανθρώπων που ζουν σε μικρές, συντηρητικές, κλειστές κοινωνίες και η σεναριογράφος από την άλλη διότι γράφει ένα σενάριο που είναι καταδικασμένο να επαναλαμβάνεται συνεχώς όπως και οι ήρωές του.